
Βρυκόλακες

Βρυκόλακες Θεατρο Εκάτη Γράφει η Εύα Στάμου

Οι Βρυκόλακες είναι μια οικογενειακή τραγωδία σε τρεις πράξεις. Γράφτηκε το 1881 και ανέβηκε για πρώτη φορά στο θέατρο το 1882. Όπως πολλά από τα έργα του Ερρίκου Ίψεν, οι Βρυκόλακες είναι ένα καυστικό σχόλιο στα υποκριτικά ήθη του 19ου αιώνα. Όταν πρωτοπαίχτηκε είχε σοκάρει το συντηρητικό Νορβηγικό κοινό με τις αναφορές στη σύφιλη, το ψυχικό νόσημα, την υποκριτική σχέση κοινωνίας-εκκλησίας, την συναισθηματική οικογενειακή και κοινωνική βία που καθιστά τους ήρωες ψυχικά ανάπηρους. Ιδιαίτερα διεισδυτική και κριτική η ματιά του Ίψεν όσον αφορά στη θέση της γυναίκας στην Σκανδιναβία του 19ου αιώνα. Οι ηρωίδες του έργου ενσαρκώνουν την διαμάχη παλιού-νέου, οπισθοδρόμησης-ριζοσπαστικότητας. Από τη μία η κυρία Άλβινγκ θεματοφύλακας των συντηρητικών, καταπιεστικών ηθών και αξιών της Νορβηγικής αριστοκρατίας που τοποθετούν αυτόματα τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τα συναισθήματα των γυναικών σε δεύτερη μοίρα, κι από την άλλη η νεαρή Ρεγγίνα που αντιπροσωπεύει το καινούριο, την ενέργεια και τη δύναμη της εργατικής τάξης και καταφέρνει να ξεπεράσει τις συμβάσεις, και να χαράξει το δικό της δρόμο.
Η διαχρονικότητα του κειμένου του Ίψεν το καθιστά ανοιχτό σε πολλές, διαφορετικές αναγνώσεις. Κλασικό και μοντέρνο ταυτόχρονα, αντί να κατονομάζει θέματα όπως τα αφροδίσια νοσήματα, την ψυχική ασθένεια που ακόμα και σήμερα θεωρούνται ταμπού από μέρος του κοινού, τα υπονοεί προσφέροντας στην σκηνοθεσία ελευθερία κινήσεων. Στην παράσταση του Θεάτρου Εκάτη, η σκηνοθετική προσέγγιση χαρακτηρίζεται από αμεσότητα, έλλειψη μανιέρας και υπερβολής. Η λιτή, μοντέρνα σκηνοθετική ματιά της Βαλεντίνης Λουρμπά βοηθά στο να εστιάσουν οι θεατές στην ουσία των χαρακτήρων του Ίψεν, αναδεικνύοντας τη διαχρονικότητα του έργου. Το εξαιρετικό κείμενο - που παρουσιάζεται σε ρέουσα ανεπιτήδευτη μετάφραση από τον Λέοντα Κουκούλα - θέτει σημαντικές απαιτήσεις όχι μόνο ως προς την εκφορά του λόγου, αλλά και ως προς την σκηνική πραγμάτωσή του, μέσω, κυρίως, της κίνησης των ηθοποιών. Οι ηθοποιοί ήταν όλοι καλοί. Ξεχώρισα τον Παναγιώτη Κατσίκη ο οποίος παίζει με ιδιαίτερα μοντέρνο και άμεσο τρόπο: επικοινωνεί άριστα με το κοινό, κινείται με άνεση και πειστικότητα στην σκηνή - είναι πράγματι στο πετσί του ρόλου του.
Και δυο παρατηρήσεις: Πρώτον δεν είμαι σίγουρη κατά πόσο οι μουσικές επιλογές που (σε υψηλή ένταση) συνόδευαν την μετάβαση από τη μία στην άλλη σκηνή, ήταν πάντα πετυχημένες. Δεύτερον, παρατήρησα μια αμηχανία στον τρόπο που κινούνται οι κατά τα άλλα πολύ καλοί Χάρις Συμεωνίδου, Σπύρος Στρεμμένος και Διονύσης Μπουρδέκας, χωρίς να είναι σαφές αν αυτό απορρέει από σκηνοθετική οδηγία που αποσκοπεί στο να τονίσει το πώς σε αντίθεση με τους νεότερους, (Παναγιώτη Κατσίκης, Κατερίνα Παπαγεωργίου, που κινούνται με άνεση στην σκηνή) οι μεγαλύτεροι σε ηλικία χαρακτήρες είναι παγιδευμένοι μέσα σε κοινωνικά καλούπια, ή αν απλά οφείλεται στο ευνόητο μούδιασμα των πρώτων παραστάσεων.
Θέατρο Εκάτη, Υακίνθου και Εκάτης 11, Πλ. Κυψέλης
ΝΟΥΜΑΣ
ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ
Βρυκόλακες - Θεατρική Κριτική - Γράφει ο Κυριάκος Σμυρναίος

ΘΕΑΤΡΟ ΕΚΑΤΗ «ΕΡΡΙΚΟΥ ΙΨΕΝ»
«Βρικόλακες»
Του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΣΜΥΡΝΑΙΟΥ
Ο Ίψεν Χένρικ Γιόχαν γεννήθηκε (1828-1906) στο Σιέν της Νορβηγίας. Υπήρξε ποιητής και θεατρικός συγγραφέας πολλών έργων. Κυριότερα είναι το «Πέερ Γκύντι» το 1867, «Το κουκλόσπιτο» το 1879, «Οι βρυκόλακες» το 1881, «Κυρά της θάλασσας», «Μικρός Έγλιοφ», «ο Τζων Γαβριήλ», Μπόργκμαν, «Έντα Γκάμπλερ» το 1891 «Οι στυλοβάτες της κοινωνίας» 1884, «Η Αγριόπαπια», «Ο εχθρός του Λαού» κ.α. Ο Ίψεν έχει γράψει πολλά δράματα τα οποία μάλιστα ανθολόγησε το 1871 – «Ο τάφος του πολεμιστή», «Οι μνηστήρες του θρόνου», «Μραντ» κ.α.
Υπήρξε ένας άνθρωπος μοναχικός, φοβισμένος και εσωστρεφής. Στα δεκαοχτώ του αποκτά ένα παιδί νόθο και το συντηρούσε επί δεκατέσσερα χρόνια. Ήταν το μεγαλύτερό του μυστικό και μια σκοτεινή πλευρά της ζωής του. ταξίδεψε στην Ευρώπη και έζησε στη Γερμανία και Δανία. Γνώρισε και παντρεύτηκε τη Σουζάνα Θόρεσεν και απέκτησε ένα γιο. Έκανε προσπάθειες για να επιβάλει το έργο του στην πατρίδα του, αλλά οι συνθήκες του κοινωνικού συντηρητισμού δεν ευνοούσαν τις προοδευτικές αντιλήψεις του. πέρασε περιόδους οικονομικά χρεωμένος, καθώς και κρίσεις μελαγχολίας. Στους «Βρικόλακες» περιγράφει την ιστορία μιας γυναίκας, που αφιέρωσε τη ζωή της στον άνδρα της και το μονάκριβο παιδί της. Αυτός την απατά με την οικιακή τους βοηθό. Αυτή κάποτε το αντιλαμβάνεται και προκειμένου να ικανοποιήσει το τραυματισμένο της εγώ, παρατά το σπίτι της και καταφεύγει απερίσκεπτα και ανεύθυνα για να βρει καταφύγιο στο πρώτο μεγάλο έρωτα της ζωής, τον πάστορα Μάντερς. Αυτός λόγω θέσεως την επαναφέρει, την συνετίζει, την αποτρέπει από το λάθος της για λόγους καθήκοντος και αποστολής σαν κληρικός. Πεθαίνει ο σύζυγός της και έτσι σταματά το μαρτύριό της. Ο γιος της Όσβαλτ επιστρέφει από το Παρίσι που σπούδαζε ζωγράφος και της εκμυστηρεύεται τα σημάδια της άνοιας που του έχουν εκδηλωθεί και που θα τον οδηγήσουν σε πνευματική ανημπόρια. Ερωτοτροπεί με την υπηρέτρια, για την οποία μόνο η μητέρα του γνωρίζει ότι είναι νόθος κόρη του πατέρα του. μέσα στην παράνοια και την κρίση του, ο γιος ζητά την έγκριση της μητέρας να την παντρευτεί, της περνά δακτυλίδι αρραβώνα και τότε η μητέρα του αποκαλύπτει το μεγάλο μυστικό ότι είναι αδελφή του. Η κρίση του Όσβαλτ κορυφώνεται, κρατά μαζί του το δηλητήριο και πείθει τη μητέρα του να του το δώσει προκειμένου να τον απαλλάξει από τον πνευματικό θάνατο που επίκειται από το μαρτύριο των βρικολάκων ερινυών και εφιαλτικών σκιών. Είναι ένα έργο που επισημαίνει λάθη, ηθική χρεοκοπία, εγγενή αδυναμία, εξαχρείωση αισθημάτων βεβήλωση ζωής, πνευματική κρίση, ανευθυνότητα, παραχάραξη αξιών. Οι βρικόλακες του Ερρίκου Ίψεν παίζονται στο πανέμορφο θεατράκι ΕΚΑΤΗ (Εκάτης 11, πλατεία Κυψέλης) σε σκηνοθεσία Βαλεντίνης Λουρμπά, η οποία με φαντασία, φυσικότητα και πειθαρχία κατέθεσε τα γεγονότα. Η πένθιμη μουσική του Σοπέν, οι φωτισμοί, η μοναδική μετάφραση του Λ. Κουκούλα, η δεξιοτεχνία του ηχολήπτη η εκφραστικότητα των ηθοποιών, δημιουργούν μια ατμοσφαιρική παράσταση οι ηθοποιοί προσέγγισαν και βίωσαν την τραγικότητα του έργου, πειθάρχησαν στις σκηνοθετικές υποδείξεις αλλά και αυτοσχεδίασαν με φυσικότητα, σε ένα δύσκολο έργο.
Οι «Βρικόλακες» έργο μελαγχολικό με σκληρές βιωματικές εμπειρίες ελεγειακής ατμόσφαιρας που απεικονιζόμενος κόσμος του το ήθος του και το ύφος έπρεπε να μας έχει κουράσει ψυχικά, αλλά οι ηθοποιοί πέτυχαν να δώσουν μια ατμόσφαιρα περιπλάνησης και ενδόμυχης περιέργειας. O Παναγιώτης Κατσίκης (Όσβαλτ) έπαιξε τρυφερά το vermolu, o Σπύρος Στρεμμένος (Πάστωρ Μάντερς) αξιόλογος στο ρόλο του αυστηρού και εγωϊστή πάστορα, η Χάρις Συμεωνίδου (Ελένη Άλβινγκ) καλή στο ρόλο της καρτερικής και υπερήφανης γυναίκας, η Κατερίνα Παπαγεωργίου (Ρεγγίνα Έκστραντ) πέτυχε στο ρόλο της φιλάρεσκης και ξιπασμένης και ο Διονύσης Μπουρδέκας (Ιάκωβος Έκστραντ) καλός στο ρόλο του υποκριτή και καιροσκόπου. Ιδιαίτερα άγγιξε τη ψυχή μου, η βιωματική τραγικότητα του Όσβαλτ Άλβινγκ (Παναγιώτη Κατσίκη).
Η ταυτότητα του έργου
Βρικόλακες Ερρίκου Ίψεν
Μετάφραση: Λέων Κουκούλα
Σκηνοθεσία: Βαλεντίνη Λουρμπό
Φωτογραφία: Χρίστος Ακρίδας
Ηχοληψία: Μιλτιάδης Μαγκώνης
Παίζουν οι ηθοποιοί: Παναγιώτης Κατσίκης, Σπύρος Στρεμμένος, Χάρις Συμεωνίδου, Κατερίνα Παπαγεωργίου, Διονύσης Μπουρδέκας.
(κριτικη λογου και τεχνης)
Βρυκόλακες- Θεατρική Κριτική - Γράφει η Αννα Μπάστα

ΘΕΑΤΡΟ ΕΚΑΤΗ
ΒΡΥΚΌΛΑΚΕΣ ΕΡΡΙΚΟΥ ΙΨΕΝ
Αναμφισβήτητα , ο μεγάλος Νορβηγός είναι από τη στόφα των κλασσικών , που κατατάσσεται σήμερα στη χορεία των μεγάλων συγγραφέων όλων των εποχών. Χαρακτηριστικό της υφής των κλασσικών δημιουργών είναι ότι με το πέρασμα του χρόνου ,αντί να αμβλύνεται η απήχηση των έργων τους , αντίθετα καταξιώνεται στην παγκόσμια συνείδηση .O Iψεν ,που γεννήθηκε το 1828 επηρεάστηκε από το Δανό φιλόσοφο κίερκερκαντ Σοπενάουερ , Χέγκελ και εξαιτίας της απέχθειας του προς το γερμανικό μιλιταρισμό , έκανε την αναρχική δήλωση [Το κράτος είναι η κατάρα του ανθρώπου ] Μετέφερε στο θέατρο όχι μόνο τις δικές του εμπειρίες αλλά ανατάραξε τα τέλματα αιώνων συντηριτισμού και ανθρώπινης καταπίεσης Το κουκλόσπιτο ,οι Βρυκόλακες , η Εντα Γκάμπλερ έγιναν σύμβολο του φεμενισμού Ο Ιψεν έθεσε στους θεατές ψυχικά και ηθικά προβλήματα , όπως αν αξίζει να συνεχίζεται ένας αποτυχυμένος συμβατικός γάμος χάριν του οικογενειακού ιδεώδους .Στους στυλοβάτες της κοινωνίας καυτηριάζει τις υπερβολές του κοινωνικού και οικονομικού κατεστημένου .Το κουκλόσπιτο αποτελεί τρόπαιο της γυναικείας χειραφέτησης, Ο εχθρός του λαού ,ύμνος στην ατομική ελευθερία , γκρέμισε πατροπαράδοτα ταμπού σεμνοτυφίας για χάρη της προσωπικής ευτυχίας. Κριτική που γράφτηκε για τους βρυκόλακες στη Daily telegraph το 1891 συγκρίνει το έργο με ένα ανοιχτό βόθρο ,μια αηδιαστική ανοιχτή πληγή ,μια βρωμερή πράξη που εκτελείται δημόσια .’η ένα Δημόσιο πτωχομείο ,με .ολες τις πόρτες και τα παράθυρα του ανοιχτά. Κτηνώδης ,κυνισμός , αηδιαστικός ,δηλητηριώδης ,άρρωστος , παραληματικός, αισχρός , σιχαμερός , δύσοσμος ,λογοτεχνικό ψοφίμι, κραιπαλέα ουσία, κλινικές ομολογίες. Η αρθρογράφος που έγραψε το άρθρο για τους Βρυκόλακες καλεί τις αρχές να ακυρώσουν την .αδεια του θεάτρου ,και δηλώνει ότι τον προέτρεψαν ,με την παράσταση , να περιγελάσει την τιμή ,να δυσπιστεί με την αγάπη , να .κοροιδεύψει την αρετή να μην εμπιστευεται τη φιλία ,και να χλευάσει τη συζυγική πίστη. Στους Βρυκόλακες ,Ο .Ιψεν έχει μια ασυμβίβαστη και ανοιχτή επίθεση εναντίον του γάμου σαν .αχρηστη θυσία του ανθρώπου σ΄ένα ιδανικό .,ώστε το νόημα που θέλησε να δώσει ,συσκοτίζεται από την ίδια τη σαφήνεια του
Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που έπαιξε το ρόλο της υποδειγματικής συζύγου..Τα ιδανικά απαιτούν απ΄αύτην να κρατά τέτοια συμπεριφορά , απαιτούν επίσης να θεωρεί τον εαυτό της κατάφορα αδικημένη σύζυγο και τον άνδρα της παλιάνθρωπο.Ο γάμος της δεν ήταν από έρωτα. Τον δέχθηκε κάνοντας το καθήκον της ως θυγατέρα αν και η καρδιά της ήταν στραμμένη σ΄ένα ευπόληπτο. κληρικό ,τον πάστορα Μάντερς .Στέλνει το γιό της στο Παρίσι να σπουδάσει ξέροντας πως αν μείνει στο σπίτι ο κλονισμός των ιδανικών του θα¨ρθει αργά ή γρήγόρα .Μετά από χρόνια επιστρέφει από το εξωτερικό ,και η μητέρα του γίνεται ευτυχισμένη που θα χαρεί τη συντροφιά και την αγάπη του. Ο Οσβαλτ της αποκαλύπτει ότι έχει πάντα στην τσέπη του δηλητήριο για να το χρησιμοποιήσει όταν, όπως προέβλεψε ένας Παρισινός γιατρός ,θα παρουσίαζε συμπτώματα αδρανοποϊησης του εγκεφάλου .Η τελευταία σκηνή των Βρυκολάκων, είναι τόσο τραγική που δυσκολεύόυν οι συγκίνησεις να αντιληφθείς το νοημά του έργου.Οι Βρυκόλακες του Ερρίκου Ιψεν΄{1828-1906) παίζονται στο ατμοσφαιρικό θέατρο ΕΚΑΤΗ {ΕΚΑΤΗΣ 11 στη πλατεία κυψέλης στην εξαιρετική μετάφραση του Λέοντα Κουκούλα αξεπέραστη
από το χρόνο ,και σε σκηνοθεσία της βαλεντίνης Λουρμπά,που
έδωσε σαφήνεια στο μύθο και πέτυχε να κρατησει την προσοχή μας ως το τέλος΄ Τόνισε τα πρόσωπα της διανομής πάνω στη κοινωνική τους θέση ,ήταν πολύ στοργική με τα συναισθηματά τους και άφησε να φανεί ένα έργο σπάνιας ρεαλιστικής ομορφιάς
Η ερμηνεία της Χάρις Συμεωνίδου {Ελένη Αλβιγκ } είχε αμεσότητα και θα ήταν καλύτερη στο μεγάλο αυτό ρόλο που επωμίστηκε ,αν πρόσεχε μερικές λεπτομέρειες που την τραβούσαν προς στο ναρκησισμό.Ο Σπύρος Στεμμένος {Πάστωρ Μάντερς απέδωσε πολύ καλά το κληρικό με τις αυστηρές αντιλήψεις για τα ιερατικά του καθήκοντα, καθώς και τη διανοητική του μετριότητα.Η Κατερίνα Παπαγεωργίου {Ρεγγίνα Εγκστραντ}΄έπαιξε με πολύ μοντέρνο τρόπο και με κυνικότητα έδειξε ότι της αξίζει μια καλύτερη ζωή .Ο Διονύσης Μπουρδέκας {Ιάκωβος Εγκστραντ}ανέδειξε το τύπο του χυδαίου υποκριτή την ψευτιά που σκέπαζε με καλωσύνη.Ο Παναγιώτης Κατσίκης {Οσβαλτ Αλβιγκ} είχε εκείνη τη δραματικότητα του παντοτινού αποχαιρετισμού, εξαιρετικά ερμήνευε τη διαδρομη του προς το θάνατο.Η πένθιμη μουσική του Σοπέν ,τα σκηνικά με ην απόλυτη αισθητική, οι φωτισμοί ,δημιουργού ν ΄ μια ενδιαφέρουσα παράσταση
ΑΝΝΑ ΜΠΑΣΤΑ (ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΛΟΓΟΣ)
Βρυκόλακες - Θεατρική κριτική - Γράφει η Ιωάννα Κολοβού

ΟΙ ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ του Ε. ΙΨΕΝ
Ο λεπτοδείχτης μιας επιτυχημένης παράστασης είναι όταν αισθάνεσαι να σε κατέχει ένα συγκεκριμένο συναίσθημα που να κυριαρχεί σε όλη την εξέλιξη του έργου και όταν κάθε κίνηση των ηθοποιών ενισχύει αυτό το συναίσθημα. Στους «Βρικόλακες» του Ε. Ίψεν το συναίσθημα αυτό ήταν ένας πολύπλοκος και παράξενα λυτρωτικός φόβος. Ο φόβος αυτός όμως δεν είχε καμία σχέση με τον κλασσικό φόβο που θα περίμενε κανείς να προκαλέσει ο τίτλος. Εδώ πρόκειται για ένα φόβο-βίωμα που δεν οφείλεται σε φαντάσματα αλλά σε πολύ συγκεκριμένες περιστάσεις της ζωής μας. Όμως δεν φοβόμαστε για κάτι που μας περιμένει, κάτι που μπορεί να συμβεί, αλλά για κάτι που νιώθουμε πως είναι εκεί, χωρίς να το ξέρουμε, κάτι που ίσως να ήταν πάντα εκεί και δεν θέλαμε να το δούμε. Για παράδειγμα, τι μέλλον μπορεί να έχει ο έρωτας όταν πάψουμε να εθελοτυφλούμε μπρος στην πραγματικότητα του άλλου ή η φιλία όταν δούμε ότι κάποιο όφελος κυνηγάει ο δήθεν φίλος; Αυτό που ονομάζει η ηθοποιός (Χάρις Συμεωνίδου που παίζει την Ελένη Άλβιγκ) «βρικόλακες μέσα μου» είναι σαν τα όνειρα που προσπαθούμε να θυμηθούμε, που ίσως κάτι να μας αποκάλυπταν για τη ζωή μας, αλλά που δεν μπορούμε να τα θυμηθούμε. Ο φόβος, λοιπόν, όχι σαν ψυχασθένεια, όπως η μανιοκατάθλιψη ή και οι διάφορες φοβίες αλλά σαν μια συγκεκριμένη, προβληματική περίσταση της ζωής σου, που για να την αντιμετωπίσεις δεν έχεις τα κατάλληλα όπλα. Είναι σαν να επιθυμείς να πάρεις μια δουλειά που γι’ αυτή δεν έχεις το απαραίτητο δίπλωμα. Φοβισμένα κουνέλια είμαστε γιατί φοβόμαστε μη πάρουμε λάθος αποφάσεις. Αυτός ο φόβος δεν έχει τίποτα το ονειρικό, τίποτα το φαντασματικό. Είναι ένα συγκεκριμένο βάρος της ζωής μας –όπως οι οικογενειακές υποχρεώσεις– και δεν αφήνει χώρο για εφιάλτες.
Αυτή την πραγματικότητα του φόβου αποδίδει με φοβερή κυριολεξία η παράσταση του Θεάτρου Εκάτη, σε σκηνοθεσία της Βαλεντίνης Λουρμπά και με τους εξαίρετους ηθοποιούς Χάρις Συμεωνίδου, Κατερίνα Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσίκη, Διονύση Μπουρδέκα, Σπύρο Στρεμμένο στους δυσκολότατους αυτούς ρόλους. Για μένα, απόδειξη της επιτυχίας και της ερμηνείας και της σκηνοθεσίας είναι ότι βιώνεις έναν αλλιώτικο φόβο. Ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι όλη αυτή η δυστυχισμένη ιστορία σου φαίνεται φυσική! Ναι, φυσική. Και τότε, το τέλος της εισήγησης της Βαλεντίνης Λουρμπά στο πρόγραμμα όπου λέει: «ο Ίψεν δεν δημιουργεί δυστυχίες στα έργα του. Καταγράφει όμως αυτές που υπάρχουν» φωτίζεται τραγικά. Έτσι οι «Βρικόλακες» του Ε. Ίψεν αποκτούν μία ακόμη διάσταση: την πραγματική, αφού ο εφιάλτης έχει πια μπει τόσο στη ζωή μας, έχει γίνει τόσο μέρος της καθημερινότητάς μας, ώστε να μας φαίνεται φυσικό το κακό, φυσική η καταστροφή και απλά ευχόμαστε να μην μας συμβεί εμάς.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΒΡΑΔΥΝΗ
Βρυκόλακες - Θεατρική Κριτική - Γράφει ο Γιώργος Καραντώνης

γράφει ο Γιώργος Καραντώνης
(Οδός Πανός) :
“ΒΡΥΚΟΛΑΚΕΣ”
ΤΟΥ ΕΡΡΙΚΟΥ ΙΨΕΝ
ΘΕΑΤΡΟ ΕΚΑΤΗ
Μετάφραση : Λέων Κουκούλας
Σκηνοθεσία : Βαλεντίνη Λουρμπά
Είναι πάντοτε ευχάριστο και πολλαπλά ωφέλιμο να βλέπουμε και να ξαναβλέπουμε κλασικά έργα του παγκόσμιου θεάτρου, έργα μεγάλων συγγραφέων που ξεπέρασαν το χρόνο , τον τόπο και την γλώσσα συγγραφής τους , επειδή, εκτός από την αδιαμφισβήτητη αξία τους, ασχολήθηκαν με παγκόσμια προβλήματα και πανανθρώπινες καταστάσεις ειδωμένες φυσικά μέσα από την συγκεκριμένη ματιά του κάθε δημιουργού. Και είναι ακόμα πιο εποικοδομητικό να απολαμβάνουμε αυτά τα έργα σκηνοθετημένα και παιγμένα όπως ακριβώς επιβάλλει η δομή τους και η εποχή τους και όχι να υφιστάμεθα τα πάνδεινα παρακολουθώντας αφάνταστα κακόγουστες θεατρικές παραστάσεις, δήθεν μοντέρνες , δήθεν πρωτοποριακές , δήθεν πειραματικές ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για εμετικά κυριολεκτικά κατασκευάσματα , που κατακρεουργούν αδυσώπητα τα παρουσιαζόμενα έργα. ΄Ολοι έχουμε ταλαιπωρηθεί τα τελευταία κυρίως χρόνια από τέτοιες παραστάσεις , αφού τείνει να γίνει κανόνας ανεβάσματος η εναντίωση του σκηνοθέτη στο γράμμα και στο πνεύμα του θεατρικού έργου και η κατά πολλούς και ποικίλους τρόπους παραμόρφωσή του.
Αξίζουν λοιπόν πολλά συγχαρητήρια στην Βαλεντίνη Λουρμπά, διότι όχι μόνο τόλμησε να ξαναφέρει στη σκηνή ένα από τα γνωστότερα και πιο πολυπαιγμένα έργα, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, του Νορβηγού θεατρικού συγγραφέα Ερρίκου ΄Ιψεν ( 1828-1906 ), τους “Βρυκόλακες” δηλαδή, έργο του 1881, αλλά το σκηνοθέτησε με ένα κλασικό και απόλυτα εναρμονισμένο με αυτό τρόπο, στο συμπαθητικό θέατρο της ΕΚΑΤΗ, λίγο πιο πάνω από την πλατεία Κυψέλης, Υακίνθου και Εκάτης 11 και μας το παρουσιάζει κάθε Σάββατο στις 9μμ και κάθε Κυριακή στις 8μμ. Η μετάφραση είναι του γνωστού λογοτέχνη και θεατρικού κριτικού Λέοντα Κουκούλα ( 1894-1967 ), ο οποίος είχε μεταφράσει και άλλα έργα του ΄Ιψεν. Για την ιστορία αξίζει να αναφερθεί ότι οι “Βρυκόλακες” ήταν το πρώτο έργο του ΄Ιψεν που παίχτηκε στην Ελλάδα, στην Κέρκυρα συγκεκριμένα το 1890, από κάποιο ιταλικό θίασο, χωρίς καμιά ιδιαίτερη εντύπωση, όπως εξίσου αδιάφορη ήταν και η πρώτη παρουσίαση του δράματος στη Νορβηγία. Αντίθετα επιτυχία σημείωσε η παράσταση στην Αθήνα του ίδιου έργου το 1894, σε μετάφραση του Μιχ. Γιαννουκάκη και με εισήγηση για την ζωή και το έργο του ΄Ιψεν από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο.
Καλοί στο ρόλο τους η Κατερίνα Παπαγεωργίου ως Ρεγγίνα ΄Εγκστραν παρα την σκηνική της λάμψη μας ανατρίχιασε με τον κυνισμό της, ο Διονύσης Μπουρδέκας ως Ιάκωβος ΄Εγκστραν στο ρολο του καταφερτζη κόλακα, η Χάρις Συμεωνίδου ως Ελένη ΄Αλβιγκ στο ρόλο της αξιοπρεπής αστής, ο Σπύρος Στρεμμένος ως πάστωρ Μάντερς πολύ καλός στο ρολο του ατεγκτου ιερωμένου και ο Παναγιώτης Κατσίκης ως ΄Οσβαλντ ΄Αλβιγκ- στο ρολο του αθώου θύματος, ο καλύτερος κατά την προσωπική άποψή μου.
Η σκηνογραφία, η μουσική ( το πένθιμο εμβατήριο του Σοπέν ) και οι φωτισμοί, προσθέτουν στην παρουσίαση του έργου και συντελούν στην ευνοϊκή εικόνα αυτής της θεατρικής παράστασης.
Η φωτογραφία είναι του Χρίστου Ακρίδα
Ηχοληψία Μιλτιάδης Μαγκώνης
Γιώργος Καραντώνης
Οδός Πανός
Βρυκόλακες - Θεατρική κριτική - Γράφει ο Δ. Νταβέας

Γράφει ο Δημήτρης Νταβέας
ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ
του HENRIK IBSEN
από το
Θέατρο Εκάτη
Μετάφρ.: Λέων Κουκούλας. Σκηνοθ.: Βαλεντίνη Λουρμπά.
Ερμηνεύουν (με τη σειρά που εμφανίζονται): Κατερίνα Παπαγεωργίου (Regine Engstrand), Διονύσης Μπουρδέκας (Jacob Engstrand), Χάρις Συμεωνίδου (Helene Alving), Σπύρος Στρεμμένος (Pastor Manders), Παναγιώτης Κατσίκης (Oswald Alving). Φωτογραφία: Χρίστος Ακρίδας. Ηχοληψία: Μιλτιάδης Μαγκώνης
Δεν θα επιχειρήσω μια πολλαπλή σημειολογική προσέγγιση ή ανάλυση των «Βρικολάκων» του Henrik Ibsen. Η άποψη της σκηνοθεσίας δεν είχε επίσης αυτή την πρόθεση. (Και νομίζω ότι τόσο η θεατρική πράξη όσο και η ερμηνεία της δεν είναι ανάγκη να είναι θεατρολογικά ή γενικώς θεωρητικά και ειδικά δεσμευμένη. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν βοηθά η γνώση και η διαρκής αναζήτηση). Πάντως, άποψη της σκηνοθεσίας μάλλον είναι ότι στο τέλος της καταστροφής η αγάπη είναι η μόνη που μένει. Ως ιδανικό πράγματι μένει. Κα ας μην είναι η αλήθεια. Και ας μην είναι αυτή που βοηθά στην συγκάλυψη και, που μετά την αποκάλυψη της αλήθειας, είναι η μόνη που βοηθά τη συνέχεια του μύθου:
Ο «ήλιος» της αλήθειας στο τέλος του έργου δείχνει από τα ερείπια να χτίζεται τουλάχιστον η ελπίδα της επιβίωσης: ο κατά βάθος αθώος μαραγκός της παρέας («ένα αιώνιο παιδί» θα τον χαρακτηρίσει η κυρία του σπιτιού) θα πετύχει να φτιάξει την επιχείρησή του, ένα φαινομενικό άσυλο ναυτικών, που στην πραγματικότητα θα «λειτουργήσει» ως πορνείο με δέλεαρ τη θετή του κόρη που θα παραμείνει δέλεαρ όσο θα είναι υγιής, νέα και ελκυστική. Με άλλα λόγια μια οικονομική επιχείρηση φαίνεται να κερδίζει: η ανιδιοτελής αγάπη και οι υψηλές «ηθικές» αρχές είναι παρελθόν. Ό,τι σώζεται είναι η «αμφισβητούμενων» κινήτρων αγάπη ενός ταπεινού μαραγκού που δεν ανήκει ούτε κατά διάνοια σε μιαν «αγία» οικογένεια. Κανείς δεν ξέρει αν υπάρχει μέλλον και ποιος σώζεται πέρα από την «ψυχρή» οικονομία. Ίσως γι αυτό η δημοσίευση και οι σκηνικές παρουσιάσεις των «Βρικολάκων» προκάλεσαν σοκ και σωρεία αρνητικών αντιδράσεων στην εποχή του (από το 1881 και στη συνέχεια).
Μια μικρή επιλογή:
“Revoltingly suggestive and blasphemous ….Characters either contradictory in themselves, uninteresting or abhorrent.” – Daily Chronicle
“Morbid, unhealthy and disgusting story….A piece to bring the stage into disrepute and dishonour with every right-thinking man and woman.” – Lloyd’s
“Ninety-seven percent of the people who go to see Ghosts are nasty-minded people who find the discussion of nasty subjects to their taste, in exact proportion to their nastiness” – Sporting and Dramatic News
“Ugly, nasty, discordant, and downright dull…. A gloomy sort of ghoul, bent on groping for horrors by night, and blinking like a stupid old owl when the warm sunlight of the best of life dances into his wrinkled eyes” – Gentlewoman
Σήμερα το έργο αν και δεν μπορεί να θεωρηθεί σκανδαλώδες, σοκάρει ακόμα με την ωμή, ρεαλιστική λογική του δείχνοντας προς την ώρα της αποκαλυπτικής αλήθειας μετά από την κάθε νύχτα των όποιων φαντασμάτων. Ας αναρωτηθούμε απλά, ποια είναι τα φαντάσματά μας σήμερα: είναι πλάνες ηθικού χαρακτήρα, είναι οικονομικού ; Είναι τα πέρα από την ψυχρή αλήθεια της επιβίωσης και των ψυχρών αριθμών της επιστήμης; Είναι υπερ – οικογενειακού πλέον χαρακτήρα; Κατά την άποψη της Helene Alving σαφώς είναι, αφού τα φαντάσματα δεν είναι προνόμιο μόνο της οικογένειάς της. Εξάλλου η φιλοσοφία τουλάχιστον είχε μιλήσει ήδη για τέτοια ζητήματα και δεν άργησαν τότε να προκύψουν, παράλληλα ή λίγο αργότερα, και κοινωνικές ή πολιτισμικές έρευνες σχετικά με τα παράδοξα των δοξασιών των πολιτισμών και των κοινωνικών ομάδων από κοινωνιολόγους και κοινωνικούς ανθρωπολόγους της εποχής.
Ο συνήθης τίτλος «Βρικόλακες» του έργου στα ελληνικά θα πρέπει να θεωρηθεί προσωρινός. Διότι δεν αφήνει να φανεί με σαφήνεια το πνεύμα του Ίψεν στο έργο, διότι Gengangere, ο τίτλος στα νορβηγικά, σημαίνει απλά: φαντάσματα. (Έχουν γίνει πάντως ήδη παραστάσεις με μετάφραση του τίτλου ως Φαντάσματα). Η Helene Alving στο έργο θεωρεί ως φάντασμα κάθε μέλος της κοινωνίας που σέρνει μέσα του … φαντάσματα, ψευδαισθήσεις ή ψέματα, παλιές, νεκρές αντιλήψεις, απόψεις ή νεκρή πίστη: «Νομίζω ότι σχεδόν όλοι μας είμαστε φαντάσματα […] Ανάμεσα στις αράδες των εφημερίδων θαρρώ πως βλέπω φαντάσματα. Σε όλη τη χώρα θα πρέπει να ζουν φαντάσματα. […] Και είμαστε τόσο αξιοθρήνητα δειλοί (στις σχέσεις μεταξύ μας) ως προς την αλήθεια όσο και τα φαντάσματα ως προς το φως.»
Η παράσταση θέλησε να είναι η υπέρβαση του έργου και, έτσι όπως ή ίδια η ψυχολογία των προσώπων, προβάλλει ως τη μόνη δυνατή σωτηρία την αγάπη (σε διαφορετικές μορφές της) και λιγότερο τη διάψευση ή την αλήθεια ως σωτηρία. Διότι σαφώς γνωρίζουν και τις συνέπειες της αποκάλυψης της αλήθειας, όσο αυτή δεν αφορά μόνο τον εαυτό τους. Είναι ανθρώπινο. Και δεν υπάρχει εύκολη συνταγή για την σκηνική παρουσίαση αυτών των «Φαντασμάτων». Πάντως σ’ ένα δύσκολο, σχετικά, σκηνικό χώρο και με ένα απροσδιόριστο νοηματικά κείμενο η παράσταση κερδίζει το θεατή της, επειδή η τέχνη έχει μαγικές διόδους για να προστατέψει τη ζωή και να προστατευθεί από την αλήθεια και το ψέμα. Ο σκηνικός χώρος γίνεται φιλικά ζωντανός όσο κινούνται οι ηθοποιοί και υποδύονται. Και υποδύονται με επιμέλεια και πάθος και μεταμορφώνουν σε ελπίδα ζωής το χώρο και μεταμορφώνονται και οι ίδιοι πραγματικά σε ζωντανά μηνύματα προς τους θεατές και μεταδίδουν τη συγκίνηση που ο καθένας εκπέμπει με τον τρόπο του μέσα στη δεδομένη συνθήκη του έργου. Έτσι τα «συντρίμμια» του έργου γίνονται τα υλικά με τα οποία χτίζεται τουλάχιστον το γεγονός της επικοινωνίας για να προκύψει και η αμοιβαία κοινοποίηση της καθημερινής αγωνίας των ημερών μας. Σε πολλαπλά επίπεδα.
Από «κριτική» άποψη, τώρα, νομίζω ότι δεν έχει πολύ νόημα να αναφερθώ στις ατομικές αρετές ή στα προτερήματα ή στις αδυναμίες των ηθοποιών. Αυτό θα είχε νόημα εάν γινόταν στη διάρκεια της προετοιμασίας της παράστασης, πριν την πρεμιέρα. Θα μπορούσε βέβαια στη συγκεκριμένη παράσταση να υπάρχει καλύτερος εκφραστικός συντονισμός στις λεπτομέρειες. Καλύτερη και πιο άμεση επικοινωνία ακόμα και στην απόδοση της αρνητικού τύπου επικοινωνίας και της εσωτερικής «ανομίας» του συναισθηματικού κόσμου ανά μονάδα και στο σύνολο.
Ούτε πλοκές ούτε περιπλοκές είναι το σημαντικό στα «Φαντάσματα» του Ίψεν. Και αυτό ίσως είναι και το εφιαλτικό του εύρημα: ένα θραύσμα καθημερινότητας περιγράφει επικά, θα έλεγα, ο Ίψεν, σα να ήταν ρεπορτάζ για τις πλάνες και τις αδυναμίες των ανθρώπων στις στήλες των εφημερίδων ( αλλά χωρίς τα συνηθισμένα τους «φαντάσματα»). Ούτε λύση, ούτε κάθαρση. Και οι όποιες «αναγνωρίσεις» γίνονται μεταξύ των προσώπων, δεν ανατρέπουν το κακό. Απλά πολλαπλασιάζουν τις πλάνες και τις αυταπάτες. Διότι τα φαντάσματα, εν μέρει τουλάχιστον, επιβιώνουν και προσαρμόζονται. Και τα σχετικά ερωτήματα παραμένουν επικά, μα τρομακτικά πολλαπλασιασμένα, και επίκαιρα.
Η ιδιαιτερότητα του προβληματισμού των «Φαντασμάτων» (ή «Βρικολάκων») του Ibsen, έγκειται και στο συνδυασμό μιας παράλληλης, αν και όχι οπωσδήποτε αλληλοεξαρτώμενης, μεταδοτικότητας: αυτής των κοινωνικών ψευδών και εκείνης των (μεταδοτικών) νόσων. Χωρίς την τελευταία, και ας μη σας σοκάρει αυτό, το δραματικό του υλικό θα μπορούσε να αποτελέσει και αντικείμενο κωμωδίας, χωρίς αυτό βέβαια να υποβιβάζει ποιοτικά την προσέγγιση της σοβαρότητας των θεμάτων.
Και κλείνω με ένα σπάραγμα στίχων φίλου ποιητή:
Ω σχιζοφρένεια του καιρού μου
είμαι ο Ορέστης σου, δεν με θυμάσαι;
Δημήτρης Νταβέας,
μηνιαίο περιοδικό ΠΟΛΙΤΕΣ
Βρυκόλακες -Θεατρική Κριτική - Γράφει ο Κωνσταντίνος Μπούρας
Γράφει ο Θεατρολόγος Κωνσταντίνος ΜπούραςΦαίνεται ότι τα “καλοφτιαγμένα” έργα (για να θυμηθούμε τον Σκριμπ) δεν γερνούν, κι αντέχουν σε όλες τις ερμηνείες και τις προσεγγίσεις. Είτε τα δεις κυριολεκτικά και σε πρώτο επίπεδο, είτε καταδυθείς στα σκοτεινά βάθη του συλλογικού ασυνείδητου και ανασύρεις ψυχικούς θησαυρούς μέσα από μια υποκειμενική – καθ’ όλα – προσέγγιση, αυτά τα δραματικά κείμενα αντέχουν και λάμπουν σα να έχουν μόλις βγει από το εργαστήρι του θεατρικού συγγραφέα.
Φέτος είδα τρεις Ίψεν: 1. την “Έντα Γκάμπλερ” στο “Αμφι-θέατρο” σε σκηνοθεσία του ακαδημαϊκού και καθηγητή θεατρολογίας Σπύρου Α. Ευαγγελάτου, σε μια προσεγμένη, λιτή και άκρως “μουσική” ερμηνεία, πολύ κοντά στο γράμμα του έργου και στο πνεύμα του συγγραφέα, 2. Τους “Βρικόλακες” από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βόλου σε μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή τους, με πολύ γρήγορους (σχεδόν “ροκ”) ρυθμούς, και την εκπληκτική, “νευρική” θα έλεγα, ερμηνεία της Μίνας Χειμώνα στον ρόλο της Κυρίας ΆΛΒΙΓΚ, και 3. Τους “Βρικόλακες” στο θέατρο “Εκάτη” της Κυψέλης, σε μια μάλλον κυριολεκτική προσέγγιση του κειμένου από τη σκηνοθέτιδα Βαλεντίνη Λουρμπά και με εξαίρετους ηθοποιούς σε καλά πλασμένους, και “δουλεμένους” εσωτερικά ρόλους. Θα ξεχωρίσω την ιδιαίτερα λιτή, όσον αφορά στη χρήση των εκφραστικών της μέσων, Χάρι Συμεωνίδου στο δύσκολο ρόλο της μάννας και μητέρας που καλείται να χαρίσει στον άρρωστο γιο της το θάνατο. Θα επισημάνω επίσης την άρτια ερμηνεία τού – άγουρου ακόμα – ηθοποιού Παναγιώτη Κατσίκη, στο ρόλο του άρρωστου Όσβαλντ, που κουβαλάει στο DNA του την γονιδιακή “κατάρα”. Επαγγελματικώς άψογοι στις ερμηνείες τους οι άλλοι τρεις ηθοποιοί: ο Σπύρος Στρεμμένος στο ρόλο του μπερδεμένου και αθώου πάστορα, που όλοι τον κάνουν ό,τι θέλουν, του Διονύση Μπουρδέκα στο ρόλο του καταφερτζή, αλκοολικού και σακάτη ξυλουργού, και της Κατερίνας Παπαγεωργίου στο ρόλο της προσγειωμένης “κόρης” του. Μια παράσταση που αξίζει κανείς να δει σε ένα υπόγειο θεατράκι, με τον αέρα και την θεατρική αγνότητα μιας άλλης εποχ«Φθόνος Μότσαρτ και Σαλιέρι» - «Η πιο δυνατή» - Γράφει ο Γιώργος Καραντώνης
ΘΕΑΤΡΟ ΕΚΑΤΗ: Αλεξάντρ Πούσκιν «Φθόνος Μότσαρτ και Σαλιέρι» - Αύγουστου Στρίνμπεργκ «Η πιο δυνατή»
Η Βαλεντίνη Λουρμπά τα τελευταία χρόνια μας κάνει κοινωνούς των θεατρικών αναζητήσεών της σε διάφορες σκηνές. Φέτος στο ωραίο ιδιόκτητό της «ΘΕΑΤΡΟ ΕΚΑΤΗ», Υακίνθου και Εκάτης 11, πάνω από την πλατεία Κυψέλης, μας προσφέρει σε ενιαίο πρόγραμμα, χωρίς διάλειμμα, δύο μονόπρακτα γνωστών συγγραφέων του παρελθόντος, κοιταγμένων όμως με μια σύγχρονη ματιά. Αναλυτικότερα:
Το πρώτο μονόπρακτο αποτελεί μια διασκευή – ανάπλαση από το Δημήτρη Νταβέα του έργου του Πούσκιν «Μότσαρτ και Σαλιέρι», που απεικονίζει τη διαμάχη των δύο μουσικών, θέμα γνωστό στο ευρύ κοινό από το φιλμ «Μότσαρτ», του Μίλος Φόρμαν. Βέβαια το δράμα επικεντρώνεται κυρίως στις πιθανότητες και στις εκδοχές της φημολογούμενης δολοφονίας του Μότσαρτ από το Σαλιέρι και του προσωπικού προβλήματος του τελευταίου παρά στην ιστορική αλήθεια – ανεξιχνίαστη άλλωστε.
Το δεύτερο μονόπρακτο, μικρότερο σε διάρκεια και μεταγενέστερο χρονικά, είναι του Αύγουστου Στρίνμπεργκ «Η πιο δυνατή», σε μετάφραση του Πέλου Κατσέλη. Εδώ έχουμε τον ανταγωνισμό δύο γυναικών για τον ίδιο άντρα, σύζυγο της μιας, που συνέχεια μιλά, και εραστή της άλλης, που σιωπά επίμονα σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Φυσικά η σιωπή της ερωμένης τροφοδοτεί την ομιλία της συζύγου και αντίστροφα, ενώ το ερώτημα ποια από τις δύο είναι η πιο δυνατή – και η πιο κερδισμένη τελικά - παραμένει αναπάντητο.
Από τη σύντομη περίληψη των δύο μονόπρακτων που προηγήθηκε γίνεται φανερός ο συνεκτικός κρίκος που συνδέει τα δύο κείμενα: πρόκειται για την αντιπαλότητα για επαγγελματικούς – καλλιτεχνικούς λόγους μεταξύ δύο αντρών στο πρώτο και για ερωτικούς – συναισθηματικούς λόγους μεταξύ δύο γυναικών στο δεύτερο. Ήταν λοιπόν ενδιαφέρουσα η ιδέα της Βαλεντίνης Λουρμπά για την κοινή παρουσία τους και αξιοπρόσεχτη η σκηνοθεσία της, που περιλαμβάνει και μια μικρή παρέμβαση στο έργο του Στρίνμπεργκ. Ικανοποιητική η ερμηνεία και στους αντρικούς και στους γυναικείους ρόλους από τις ηθοποιούς Καλλίστη Αγγελάκη και Αλίσια Φωτιάδου, που είναι και βοηθός σκηνοθεσίας στο κομμάτι του Στρίνμπεργκ. Στο μονόπρακτοι του Πούσκιν τη μουσική επιμέλεια έχει ο Πάρις Νικολακέας, τους φωτισμούς ο Ανδρέας Νικολόπουλος, την εικαστική επιμέλεια ο Κοσμάς Πανωρίδης και τις φωτογραφίες ο Χρήστος Ακρίδας.
Γιώργος Καραντώνης
Φθόνος Μότσαρτ Σαλιέρι του Πούσκιν και Η πιο δυνατή΅ του Στρίμπεργκ - Θεατρική Κριτική - Γράφει ο Κυριάκος Βαλαβάνης
Γράφει ο κριτικός θεάτρου Κυριάκος Βαλαβάνης.
Δύο σημαντικά μονόπρακτα στο Θέατρο Εκάτη. Στο καλόγουστο θέατρο της οδού Εκάτης 11 στην πλατεία Κυψέλης παίζονται δύο απ΄τα σημαντικότερα μονόπρακτα του κλασσικού ρεπερτορίου "Φθόνος Μότσαρτ Σαλιέρι" του Αλεξάντερ Πούσκιν και "Η πιο δυνατή" του Αυγούστου Στρίντμπεργκ. Στο "Φθόνο", δύο ομότεχνοι της μουσικής, ο Μότσαρτ και ο Σαλιέρι, καταξιωμένοι και οι δύο -ο δεύτερος φθονεί τον πρώτο και επιδιώκει με πάθος την εξόντωσή του. Συλλαμβάνει την ιδέα να εκδικηθεί τον αντίπαλό του Μότσαρτ και αναλαμβάνει το κόστος της ψυχικής τυρρανίας. Μεταξύ τους διαμείβεται ένας τραχύς διάλογος. Ο Μότσαρτ διακατέχεται από αγωνία και διαισθάνεται το θάνατο. Ο Σαλιέρι ακούγοντας το Ρέκβιεμ, αισθάνεται φθόνο και αποφασίζει να αυτοκτονήσει με δηλητήριο που φύλασσε δεκαοκτώ χρόνια, δώρο της αγαπημένης του Ιζόρας. Τον τρομάζει όμως η ιδέα και το ρίχνει στο κρασί του Μότσαρτ. Αλλά ο θάνατος δεν επέρχεται γιατί το δηλητήριο είναι ξεθυμασμένο και το έργο τελειώνει με μια αδυσώπητα τραγική συνομιλία. Την σκηνοθεσία του έργου έχει κάνει η Βαλεντίνη Λουρμπά και η παράσταση έχει πειθαρχία, σωστά διαρθρωμένο λόγο, κίνηση, ρυθμό, ωραίο φωτισμό και τη μουσική του Μότσαρτ που μαγεύει. Παίζουν οι ηθοποιοί Καλλίστη Αγγελάκη και Αλίσια Φωτιάδη που εξέφρασαν την ιστορικότητα του μύθου με υψηλούς αισθητικούς νόμους προσθέτοντας και το δικό τους σχήμα αρετής-προσφοράς που καταξίωσε το αποτέλεσμα. Στην "Πιο δυνατή" του Στριντμπεργκ αναβιώνει η ιστορία δύο γυναικών που διεκδικούν τον ίδιο άνδρα (η σύζυγος και η ερωμένη). Ενα έργο επίκαιρο, διαχρονικό, αφου πέρασαν 120 χρόνια και η ιστορία επαναλαμβάνεται. Αυτό το έργο ανέβασε στη σκηνή του θεάτρου Εκάτη και σκηνοθέτησε η Βαλεντίνη Λουρμπά που μας ξενάγησε μέσα στην τραγική ζωή τους. Δύο γυναίκες αντίζηλες (νόμιμη και παράνομη) συναντιώνται και αντιμετωπίζει με αναλγησία η μία την άλλη. Μας καλούν ως επίορκους μάρτυρες, ή συνήγορους ή κατήγορους να πάρουμε θέση κριτού; Δεν είναι αυτό το αίτημα αλλά είναι μια αδυσώπητη πραγματικότητα που βιώνουμε ως αντίδικοι. Πολύ σπουδαία και καλοβαλμένη παράσταση, τα σκηνικά και η καταπληκτική μουσική του Πράισνερ. Σπουδαίες οι ηθοποιοί Αλίσια Φωτιάδη και Καλλίστη Αγγελάκη με την υπαρξιακή τους αγωνία, το ίσο δικαίωμα στην δοκιμασία, τη σιωπηλή και θορυβώδη διαμαρτυρία τους. Εντύπωση κάνει η ιδιόμορφη ψυχοσύνθεση των δύο γυναικών. Και οι δύο συρρικνώνονται και η μία υπονομεύει υην άλλη, η μία με την ομιλία και η άλλη με τη σιωπή. Είναι ένα έργο που το συνιστώ.Φθόνος Μότσαρτ Σαλιέρι του Πούσκιν και Η πιο δυνατή΅ του Στρίμπεργκ - Θεατρική Κριτική - Γράφει ο Ίων Ριάκος

Μαρτίου 30, 2009 at 8:38 μμ
γραφει ο Ιων.Κυριακακος
Δυο αξιοπρόσεκτα μονόπρακτα στο θέατρο Εκάτη.
Το θέατρο Εκάτη, εγκάρδια φιλοξενεί στη σκηνή του δυο αξιοπρόσεχτα μονόπρακτα: “Φθόνος Μότσαρτ & Σαλιέρι” του Πούσκιν (διασκευή-ανάπλαση Δημήτρης Νταβέας) και “Η πιο δυνατή” του Στρίντμπεργκ (μετάφραση Πέλος Κατσέλης).
“Η πιο δυνατή” είναι ένα αξιοπρόσεκτο μονόπρακτο από τεχνική άποψη, γιατί ενώ έχει δύο πρόσωπα, την κυρία Χ και την δεσποινίδα Χ, η δεύτερη μένει αμίλητη και έτσι το έργο γίνεται μονόλογος. Με τέλεια τέχνη, καταφέρνει ο Στρίντμπεργκ και συγκεντρώνει την προσοχή του θεατή, πιο πολύ στη γυναίκα που δεν μιλάει, παρά στην άλλη. Πρόκειται για μια ερωτική αντιδικία. Δύο γυναίκες διεκδικούν τον ίδιο άντρα, ανταλλάσσοντας σκληρές λέξεις και σκληρά βλέμματα. Τη σύζυγο την ερμηνεύει πολύ πιστικά η Αλίσια Φωτιάδου και την ερωμένη πολύ δραματικά η Καλλίστη Αγγελάκη, ζώντας και οι δυο το δράμα της αμφιβολίας.
Το μονόπρακτο “Μότσαρτ & Σαλιέρι”, του Αλεξάντερ Πούσκιν, είναι ένας διάλογος σκληρός, που βγάζει στο φως όλη την αντίφαση της ψυχής, με ουσιαστικό κίνητρο την εσωτερική αγωνία. Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με θεωρίες που απασχολούν την διάνοια. Βρισκόμαστε μπροστά σε ζωντανότατη θεατρική δράση, που διεγείρει και τον πιο αστόχαστο άνθρωπο. Οι δυο δημιουργοί, σε μια τέλεια σκηνοθετική αντιδικία, ξυπνάνε στον θεατή όλη την αγωνία που σπαράσσει τη ζωή του μουσικού δημιουργού. Σ’ αυτό το έργο που σκηνοθέτησε η Βαλεντίνη Λουρμπά, αποδεικνύεται ότι η μουσική συγκλονίζει τόσο την ψυχή του ανθρώπου, ώστε παραδίδεται χωρίς όρους και αντιστάσεις. Οι σκέψεις και οι εσωτερικές συγκρούσεις, δημιουργούν έναν έντονο διάλογο, τον οποίο εκφράζουν οι δύο θαυμάσιες ηθοποιοί, Αλίσια Φωτιάδου και Καλλίστη Αγγελάκη. ‘Όλον αυτόν τον τρικυμισμένο ωκεανό εξομολογήσεων και αντιθέσεων, που βάζει ο Πούσκιν στο στόμα του Σαλιέρι, τον αποδίδουν θαυμάσια οι δυο αυτές καλλιτέχνιδες, που επέλεξε η Βαλεντίνη Λουρμπά. Βρισκόμαστε μπροστά σε σημαντικές ερμηνείες, που παρασύρουν στη δύνη τους το κοινό. Έχει ήδη τελειώσει ο συγκλονιστικός μονόλογος, όπου ο Σαλιέρι φτάνοντας σε παροξυσμό αναφωνεί: “Που είναι ουρανέ η χρυσή σου δικαιοσύνη;”, όταν μπαίνει ο Μότσαρτ και η συγκρουσιακή συζήτηση φτάνει σε τραγικό αδιέξοδο. Οι θεατές σχεδόν συμμετέχουν στα δρώμενα, ψιθυρίζοντας φράσεις της προσωπικής αγωνίας τους. Οι δύο ήρωες, αναμιγνύουν στην κουβέντα τους τον Μπομαρσέ και συζητούν για το πώς δηλητηρίασε κάποιον. Ο Μότσαρτ όμως εδώ λέει: “Είναι ασυμβίβαστη η μεγαλοφυΐα με την κακουργία.”. Και έτσι αρχίζει η ιστορία να μπαίνει σε φάση τραγική κι όχι απλά δραματική. Ο Σαλιέρι ενώ σκέφτεται να αυτοκτονήσει ο ίδιος, μετανιώνει και ρίχνει το εξατμισμένο δηλητήριο στο κρασί του Μότσαρτ. Αποτυγχάνει όμως, και αρχίζει ένας ανατριχιαστικός μονόλογος του Μότσαρτ με τον οποίο τελειώνει και το έργο. Οι θεατές, όταν φεύγουν από μία τέτοια συγκλονιστική διαμάχη των διερωτήσεων και του ωμού ρεαλισμού των απαντήσεων, φεύγουν συγκινημένοι και πολύ πιο ώριμοι άνθρωποι. ‘Όπως λέει ο Παύλός στην προς Κορινθίους επιστολή του “Θέλω να κάνω το καλό, αλλά κάνω το κακό”. ‘Έτσι πάντοτε είναι οι άνθρωποι.
Συντελεστές του έργου:
Διασκευή-ανάπλαση: Δημήτρης Νταβέας
Σκηνοθεσία: Βαλεντίνη Λουρμπά
Μουσική επιμέλεια: Πάρις Νικολακέας
Εικαστική επιμέλεια: Κοσμάς Πανωρίδης
Φωτογραφία: Χρήστος Ακρίδας
Φωτισμοί: Ανδρέας Νικολόπουλος
Τους ρόλους ερμηνεύουν η Αλίσια Φωτιάδου και η Καλλίστη Αγγελάκη
Ο Παρίας - Θεατρική Κριτική - Γράφει η Κατερίνα Κούλη
Κριτική θεάτρου από την Κατερίνα Κούλη
29/03/08
Το θέατρο Εκάτη, ανεβάζει το έργο του Στρίντμπεργκ "Παρίας", ένα μονόπρακτο του Σουηδού συγγραφέα που μέσα απ' το διάλογο των δυο προσώπων, ξετυλίγει κρυμμένα πάθη και προσωπικές ιστορίες που διψάνε για μια εξομολογιτικότητα και που τείνει στην απαλλαγή τους από ένα παρελθόν, καθώς αποκαλύπτει εγκλήματα θαμμένα στις συνειδήσεις που εξαφάνισαν τις τύψεις. Η διαλεκτική μιας αθώωσης, περνά από τη διασταύρωση δυο αιχμηρών σπαθιών, που χτυπάνε χωρίς να σκοτώνουν, και αποκαλύπτουν το βάθος της ανθρώπινης ψυχής, όταν η ίδια έχει δώσει την άφεση, καθώς ο πυκνός ΄λόγος του μεγάλου συγγραφέα προσπαθεί να απαλλάξει με την λα΄μψη μιας ειλικρίνειας δύο άτομα που εξισορροπούν το ένα πάνω στην αμαρτία του άλλου. Όμως στο τέλος, παρά τον εξοντωτικό αγώνα τους με τη νίκη είτε την ήττα, το μέλλον τους παραμένει ζοφερό όπως και πριν.
Η σκηνοθεσία της Βαλεντίνης Λουρμπά δημιουργεί την ατμόσφαιρα ενός ποιητικού τρόμου, και τη διαλεκτική του ισχυρού επάνω στον ανίσχυρο.
Παίζουν οι ηθοποιοί Έλλη Μερκούρη και Ευπραξία Κόνστα, που έδωσαν ότι περισσότερο είχαν. Η 'Ελλη Μερκούρη ήταν μονότονη, με κίνηση αδιάφορη. Η Ευπραξία Κόνστα συμπλήρωσε τη διανομή με κάποια αμφίβολη προσέγγιση του έργου. Επιπλέον είχε και στόμφο. Ανεπιφύλακτα προτείνω την παράσταση αυτή.
Μεταίχμιο
Ο Παρίας - Θεατρική Κριτική - Γράφει ο Γιάννης Κυριακάκος
Στο θέατρο της οδού Εκάτης, στην Κυψέλη, η Βαλεντίνη Λουρμπά, ανεβάζει αυτό το έργο του Σουηδού Α. ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓΚ (1849-1912). Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό ψυχολογικό μονόπρακτο. Έχουμε δύο πρόσωπα που συγκρούονται ανελέητα το ένα με το άλλο. Και δεν προκύπτει αυτό από άμεσες διαφωνίες σε αντικειμενικό ζήτημα καθημερινότητος. Εδώ εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας μια αντιδικία σκληρή, που εκφράζει ένα χάος ψυχής, δυο χαρακτήρες τελείως αντίθετους, όμως ταυτόσημους σε σκληρότητα και αναλγησία. Δεν είναι λαϊκοί τύποι. Πρόκειται για πρόσωπα μέσου κοινωνικού επιπέδου. Γι΄αυτό και η δυνατότητά τους να κάνουν λεπτομερειακές ψυχολογικές παρατηρήσεις η μία στην άλλη. Μόνο που οι παρατηρήσεις αυτές, εκφράζουν την ψυχική τυραννία.
Βρίσκονται προσωρινά στο ίδιο σπίτι και έχουν υποχρεωτική επικοινωνία. Δεν τους απασχολεί στη συζήτηση ο έρωτας. Δεν μιλούν για το ντύσιμό τους ή για τον κόσμο της πόλεως ή για άντρες, ή έστω για άλλες γυναίκες. Νευρωτικές και οι δύο, ασυναίσθητα και ασυνείδητα συγκρούονται μη ξέροντας ακριβώς γιατί. Εκφράζουν την σκοτεινή άβυσσο που έχουνε μέσα τους.
Οι ηρωίδες του Στρίντμπεργκ δεν εκτονώνονται καθόλου. Συγκρούονται σκληρά, αλλά χωρίς ύβρεις.
Η παράσταση παρακολουθείται με τρομερό ενδιαφέρον από το κοινό. Η σκηνοθεσία της Βαλεντίνης Λουρμπά, έχει επιτύχει να εκφράζει αυτό το πάθος της ψυχικής ταραχής με πολύ σπαρταριστό, οργιαστικό θα έλεγα μένος. Οι δύο ηθοποιοί εκφράζουν με την κίνησή τους στη σκηνή και την ένταση του λόγου, όλη αυτή την ακαταμάχητη νεύρωση και οξύτητα που απαιτεί ο ρόλος. Όμως η κάθε μία ηρωίδα προβαίνει και σε αξιόλογους αυτοχαρακτηρισμούς.
Λέει λ.χ. η Χ: "Όλοι έχουμε κλέψει και έχουμε πει ψέματα"
Ο Στρίντμπεργκ, μεταφέρει τις ψυχικές του δονήσεις πολύ αξιόλογα, στο θαυμάσιο αυτό μικρό αριστούργημα "Παρίας".
Η αφηγήτρια ηρωίδα Χ, τονίζει σε ερώτηση της ηρωίδας ψ ότι δεν είναι Χριστιανή, γι' αυτό δεν πρεσβεύει την Συγνώμη, αλλά την τιμωρία. Αυτή η άποψη μιας ηρωίδος, στα τέλη του 19ου αιώνα που γράφεται το έργο, δεν θα μπορούσε να δημοσιευθεί σε θεατρικό έργο. Σήμερα βέβαια δεν υπάρχει καμία δυσκολία για κάτι τέτοιο.
Ας επανέλθουμε όμως στην παραστατική διαδικασία, όπου βλέπουμε ότι η συγκρουσιακή βάση των δύο ηρωίδων, είναι ήδη εκρηκτική, αν και δεν έχει φτάσει ακόμα στο κατακόρυφο. Εδώ παρασύρεται η ψ και περιγράφει πως έκανε την πλαστογραφία και καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Συγκεκριμένα αρχίζει με αυτήν την ενδιαφέρουσα διερώτηση:
"Είναι αυτό αποτέλεσμα μιας υπνωτικής υποβολής; (...) Τελικά πήρα την αμετάκλητη απόφαση να πλαστογραφήσω".
Επομένως, ομολογεί και παραδέχεται το εσωτερικό κόστος της Αμαρτίας, παρ' όλη την νεύρωση από την οποία κατέχεται. Υποθέτω ότι κάνει ψυχολογικό λάθος ο Στρίντμπεργκ. Διότι αθωώνει τις ψυχές τους από τις ενοχές. Όμως τις παρουσιάζει σφοδρά νευρωτικές. Πώς τότε η Χ λέει πως σκότωσε, αλλά δεν έχει την παραμικρή τύψη; Και πως η Ψ λέει πως επρόκειτο για ασυνείδητη παρόρμηση όταν πλαστογραφούσε; Η δράση όμως και η συμπεριφορά και των δύο ηρωίδων, δείχνει ότι οι τύψεις και τα κόμπλεξ, έχουν οπωσδήποτε σκοτεινιάσει ακόμη περισσότερο, τον ήδη σκοτεινό εσωτερικό τους κόσμο.
Όταν λοιπόν ισχυρίζονται ότι δεν έχουνε τύψεις σκοτώνοντας, ή ότι πλαστογράφησαν από αθώα εσωτερική παρόρμηση, κοροϊδεύουν τον εαυτό τους, δικαιολογώντας άκριτα τις πράξεις τους.
Αυτές όλες τις τόσο ενδιαφέρουσες ψυχικές αντιφάσεις τις απέδωσαν θαυμάσια οι δυο ηθοποιοί του θεάτρου Εκάτη. Έχουμε απολαύσει μια ζωντανή, σπαρταριστή ψυχολογική σύγκρουση, που φθάνει σε θανάσιμη οξύτητα.
Γιάννης Κυριακάκος
Ο Παρίας - Θεατρική Κριτική - Γράφει η Μπετίνα Κατσικαρίδου
Γράφει η κριτικός θεάτρου Μπετινα Κατσικαριδου
Για πρώτη φορά στην Ελλάδα έχει ανέβει στο θέατρο Εκάτη το μονόπρακτο έργο “O Παρίας” του σουηδού Αυγούστου Στρίντμπεργκ. Παρακολουθούμε επί σκηνής τη μάχη δύο γυναικών τόσο διαφορετικών αλλά και τόσο όμοιων. Η μία εσωστρεφής, προσηνής και νωχελικά απόμακρη ενώ η άλλη δυναμική και παθιασμένη. Ένα απόγευμα μια καταιγίδα ξεσπάει στην περιοχή. Οι δύο γυναίκες βρίσκονται η μία απέναντι στην άλλη και με αφορμή το χρήμα, που όπως φαίνεται δεν είναι αρκετό, αρχίζουν να αναδεύουν το παρελθόν. Καθώς ο διάλογος ανάμεσα στις δύο γυναίκες εξελίσσεται μοιάζει όλο και πιο πολύ με καταιγίδα. Ένοχα μυστικά και άνομες πράξεις ομολογούνται. Πίσω από την προσηνή μακαριότητα της μιας κρύβεται η ενοχή της παράβασης. Κάτω από την αυτοπεποίθηση, την ακατάσχετη ζωτικότητα και τη φιλοδοξία της άλλης βρίσκεται επίσης η ανομία. Tί είναι αυτό στο χαρακτήρα του καθενός που τον οδηγεί σε μια παράνομη πράξη στην οποία κάποιος άλλος δε θα εμπλεκόταν; Eίναι η τιμωρία το μέτρο εκείνο που αποκαθιστά την τάξη ανθρώπινη ή και θεία; To κακό έχει παντού την ίδια φύση; O πρωταγωνίστριες της παράστασης, Έλλη Μερκούρη και Ευπραξία Κόντσα, υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση της Βαλεντίνης Λουρμπά καταφέρνουν να συνθέσουν την ένταση των δύο προσώπων. Η καθεμία υποστηρίζει με επάρκεια και ευστοχία το ρόλο της. Κινούνται στο σκηνικό χώρο με ακρίβεια και λιτότητα που ενισχύει τον θεατή στην παρακολούθηση των νοημάτων του έργου. Η μουσική επένδυση, πρόκειται για το πρώτο κονσέρτο του Ραχμάνινωφ, μοιάζει να εξισορροπεί με δέος τη φθαρμένη ανθρώπινη αθωότητα.
Ο Παρίας - Θεατρική Κριτική - Γράφει ο Νεκτάριος Κωνσταντινίδης
Π
Γράφει ο κριτικός θεάτρου Νεκτάριος Κωνσταντινίδης
Στο μικρό και καλαίσθητο θεατράκι της οδού Εκάτης παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην ελληνική σκηνή το μονόπρακτο δωματίου «Ο Παρίας» (Paria, 1889) του Αύγουστου Στρίντμπεργκ (1849-1912) σε μετάφραση Γιώργου Καραβασίλη και σκηνοθεσία Βαλεντίνης Λουρμπά.
Το θέατρο του μεγάλου Σουηδού συγγραφέα εστιάζει στην ηθική διαφθορά της ανθρώπινης φύσης, στην αμαρτία, στο έγκλημα, στις αποκλίσεις του φυσιολογικού και στην ανελέητη διαμάχη των δυο φύλων. Ο Στρίντμπεργκ επεξεργάστηκε για αρκετά χρόνια τις τεχνικές των επιστημονικών αναλύσεων της πραγματικότητας και των αναπάντεχων μεταστροφών της ανθρώπινης ψυχής. Μέσα από τα μονόπρακτα «Ο Παρίας», «Σιμούν», «Παίζοντας με τη φωτιά» και «Η μητρική στοργή» εξέλιξε τα δεδομένα του σχετικά με τη σκηνογραφία και τα υποκριτικά ύφη του σύγχρονού του θεάτρου. Η εμπειρία που απέκτησε στον δραματουργικό τομέα ωρίμασε την πεποίθηση του για την αδυναμία του νατουραλιστικού δράματος ν’ αποκαλύψει τους μηχανισμούς της πραγματικότητας και την ανάγκη για έναν πειραματισμό που θα ήταν πρώτα απ’ όλα δομικός και θ’ αφορούσε τη φόρμα.
Στο μονόπρακτο «Ο Παρίας» ο δραματουργός επικεντρώνεται στο θέμα της δικαιοσύνης μέσα από ένα δυνατό διάλογο δύο ανδρών, τον κύριο Χ, αρχαιολόγο και τον κύριο Ψ, Αμερικάνο ταξιδιώτη. Ένα λεκτικό ουδέτερο παιχνίδι χωρίς νικητή και ηττημένο καθηλώνει τη «φιλήσυχη συνείδηση» αποδεικνύοντας τις απεριόριστες δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης στην προσπάθειά της να θωρακίσει τον εαυτό της και να τον κάνει απρόσβλητο από την επιρροή του άλλου. Στην ενέργειά της αυτή διευθετεί το καλό και το κακό σύμφωνα με το προσωπικό αίσθημα δικαίου που αντιτάσσεται σθεναρά στο σύνολο των γραπτών κανόνων της έννομης τάξης. Η διαφορά των δύο ηρώων έγκειται στο ότι ο ένας υπέστη τις συνέπειες της παράβασης των κανόνων αυτών ενώ ο άλλος διέφυγε τον κίνδυνο αυτό. Παρά ταύτα αποτελούν κι οι δύο τις όψεις του παρία, του απόβλητου. Ο ένας φέρει τη ρετσινιά της φυλακής κι ο άλλος τις εσωτερικές ενοχές.
Η σκηνοθεσία επιλέγει δυο γυναίκες να ενσαρκώσουν τους ρόλους και ακολουθεί σχεδόν πιστά τις οδηγίες του κειμένου. Ο λιτός σκηνικός χώρος που προσδίδει τη γεωμετρία ενός πεδίου αναμέτρησης αποτελείται από τ’ απαραίτητα μόνο αντικείμενα. Ο διάλογος εξελίσσεται μέσα από μια πάλη επιχειρημάτων που λαμβάνει χώρα γύρω από μια ανολοκλήρωτη παρτίδα σκάκι. Το παιχνίδι της διαβάθμισης των φωτισμών, ο βίαιος ήχος της καταιγίδας και η μουσική υπόκρουση που σκεπάζει σε δεδομένη στιγμή το λόγο διαμορφώνουν μια ιδιάζουσα ατμόσφαιρα. Οι δυο ηθοποιοί αποδίδουν τους ρόλους τους με κλιμακωτές εντάσεις και συναισθηματικές μεταπτώσεις.